Κανείς δεν ήθελε ένα μολύβι με γκρι χρώμα. Πώς θα φαινόταν ό,τι έγραφε πάνω στο λευκό χαρτί; Άλλωστε κι εγώ καθόλου δεν ήθελα να καταναλωθώ και να μικρύνω και να πεταχτώ μες στ' άχρηστα. Ήξερα πολύ καλά τι δουλειά κάνουν οι ξύστρες. Έτσι πέρασα όλο το καλοκαίρι μέσα στο κουτί με τα περισσεύματα. Ώσπου άρχισα να βαριέμαι και να θέλω να φύγω. Μα δεν ήθελα να πάω σε κάποιο παιδικό γραφείο πλάι σε μια γόμα και μια ξύστρα. Ήθελα να βγω έξω, να τριγυρίσω, να γνωρίσω καινούργιους μαγικούς κόσμους. Και τότε ήρθε, από έναν άλλο μακρινό τόπο, η Αυγή.
Showing posts with label η ευχή της Αυγής. Show all posts
Showing posts with label η ευχή της Αυγής. Show all posts

Tuesday

ως δια μαγείας

Νόμιζα ότι η τσουλήθρα ήταν το πιο διασκεδαστικό παιχνίδι. Γλιστρούσαμε από ψηλά κι εκεί που μόλις είχαμε επιταχύνει πέφταμε απότομα στο μαλακό γρασίδι και σε τρελά γέλια. Αλλά η Αυγή κοιτούσε διαρκώς τα ψηλά δέντρα. Μπορούσα να φανταστώ τι ήθελε. Και, στ’ αλήθεια, μόλις μια ανεμόσκαλα έπεσε, φώναξε στο Ζαφείρη και τη Σμαράγδα και τρέξαμε και σκαρφαλώσαμε στο σπιτάκι του δέντρου απ’ όπου κατέβαιναν δυο άλλα παιδιά.
Το σπιτάκι το κρατούν κρεμαστό δυο κλαδιά ενός μεγάλου πλάτανου. Και ακουμπά σε ένα άλλο παχύ κλαδί που έχει γείρει για να το κρατά στους ώμους του. Στη μια πλευρά του έχει την πόρτα και στις άλλες τρεις τα παράθυρα, απ’ όπου μπορούσαμε να βλέπουμε μακριά προς όλες τις κατευθύνσεις.
Δηλαδή, τα παιδιά μπορούσαν. Εμένα μ’ έκρυβε ο ξύλινος τοίχος, που υψώνεται πάνω απ’ τη μέση της Αυγής. Έπρεπε να κάνω κάτι. Να κάνω κάτι να αντιληφθεί η Αυγή ότι δεν έβλεπα έξω. Να κάνω κάτι χωρίς να προδοθώ. Χοροπήδησα μέσα στη διάφανη θήκη όταν τα παιδιά κοιτούσαν έξω, αλλά ήταν πολύ εντυπωσιασμένη από το θέαμα για να καταλάβει ότι εγώ κουνούσα το τσαντάκι στη μέση της.
Ώσπου, μη βρίσκοντας άλλη λύση, έβαλα τα κλάματα. Και τότε με άκουσε. Μόνο η Αυγή με άκουσε. Με έβγαλε από τη θήκη και με κράτησε ψηλά κι έλαμπα απέναντι στον ήλιο. Και μπορούσα πια να βλέπω μακριά και χαμηλά και ψηλότερα, όπου ήθελα. Αλλά με βασάνιζε αυτή η απορία: πώς έγινε και δε με άκουσαν τα άλλα δυο παιδιά;
Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω ότι ευθύς εξαρχής ήξερα την απάντηση. Αλλά δεν τολμούσα να το πω ούτε στον εαυτό μου. Αργότερα, ήρθαν κι άλλα γεγονότα και το επιβεβαίωσαν: η Αυγή είναι ένα μαγικό κορίτσι. Ένα από τα πράγματα που την κάνουν μαγική είναι ότι μπορεί ν’ ακούει το μολύβι της. Κανένα άλλο παιδί, απ’ όσο ξέρουμε μέχρι σήμερα, δεν έχει ακούσει τη φωνή ή το λυγμό του μολυβιού του.
Όταν πια ο ήλιος είχε πάει απ’ την άλλη πλευρά και στο πάρκο άρχισαν ν’ ανάβουν οι λάμπες φωτισμού, πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Θα περπατούσαμε ως το χώρο στάθμευσης για το κοινό που είναι έξω από το πάρκο και θα πηγαίναμε στο σπίτι με το αυτοκίνητο, που είχε αφήσει εκεί ο κύριος Αυγερινός, ερχόμενος από την επίσκεψη στον μικρό του ασθενή.
Η οικογένεια των φίλων μας θα έπαιρνε το τραμ. Ήταν πια αρκετά κουρασμένοι και προτιμούσαν να μην περπατήσουν και στην επιστροφή. Ήταν ωραία η διαδρομή με το τραμ. Έπαιζε μάλιστα και μουσική. Την επομένη κιόλας θα το παίρναμε κι εμείς, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν το ξέραμε.
Καθώς βαδίζαμε σ’ έναν διάδρομο ανάμεσα στις τριανταφυλλιές, άκουσα κάποια αδύναμη φωνή ν’ απευθύνεται στην Αυγή. Εκείνη κουβέντιαζε με μεγάλο ενθουσιασμό με τους καινούργιους της φίλους και δεν πρόσεξε αυτό το κάλεσμα.
Κοίταξα κάτω και είδα ανάμεσα στις μεγάλες και περήφανες τριανταφυλλιές μια τόση δα μικρούλα τριανταφυλλίτσα. Ήταν στριμωγμένη. Και πολύ θλιμμένη.
“Εσύ θα είσαι ο ασημένιος φίλος της Αυγής,” είπε. Έγνεψα, ναι. Στο μεταξύ απομακρυνόμαστε πια, ώστε ούτε κι εγώ μπόρεσα να την ακούσω, όταν μετά από μια στιγμή δισταγμού άρχισε πάλι να μιλάει. Ωστόσο, όταν φτάσαμε σπίτι και καθίσαμε στο γραφείο, ως δια μαγείας, γνώριζα τα πάντα για τη μικρή, πικραμένη τριανταφυλλιά.
Έβαλα, λοιπόν, τα δυνατά μου να γράψω γράμματα με τη σειρά να γίνουν λέξεις και λέξεις με τη σειρά να γίνουν προτάσεις. Τελικά, τα κατάφερα να εξηγήσω στην Αυγή τι βασάνιζε το μικροκαμωμένο φυτό στο πάρκο. Επίσης, πρότεινα ένα σχέδιο δράσης για να το ελευθερώσουμε. Την άλλη μέρα, με τη βοήθεια της κυρίας Αίγλης, το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή. Και σε λίγο καιρό, η ευτυχισμένη τριανταφυλλιά μας άνθισε υπέροχα δώρα.

Monday

βιαστικός ποταμός

Το πάρκο είναι η πιο όμορφη τοποθεσία της πόλης μας και βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της. Αυτό το έμαθα αργότερα, στο μάθημα της γεωγραφίας. Η Αυγή με παίρνει πάντα μαζί της στο σχολείο. Όχι για να γράφω τις σημειώσεις της. Μόνο για να με κρατά όταν δείχνει στο βιβλίο. Βλέπετε, αν γράψω σύμφωνα με τη βούληση κάποιου άλλου, θα χάσω τη μαγεία μου. Η ουσία μου θα καταναλώνεται σταδιακά και οι ξύστρες θα αφαιρούν κάθε μέρα λίγο από το σχήμα μου.
Η πόλη μας είναι χτισμένη γύρω από τους δίδυμους λόφους. Αυτοί οι καταπράσινοι λόφοι είναι η καρδιά του μεγάλου πάρκου. Γύρω τους, οι κάτοικοι έχουν φυτέψει μεγάλους κήπους με όλα τα φυτά που ευδοκιμούν στο κλίμα της περιοχής μας. Ανάμεσά στους δυο λόφους κυλάει το ποτάμι, που κατεβαίνει από το μεγάλο βουνό βόρεια, διασχίζει ολόκληρη την πόλη και συνεχίζει στην πεδιάδα, όπου γεμίζει και με άλλους ποταμούς, ως που πέφτει πλατύ και μεγάλο πέρα μακριά μέσα στη θάλασσα.
Ο κύριος Αυγερινός τηλεφώνησε και η κυρία Ανατολή του είπε ότι πλησιάζουμε στην πρώτη γέφυρα του πάρκου για πεζούς και θα τον περιμένουμε να μας συναντήσει εκεί.
Ο ποταμός σε όλο του το μήκος είναι στολισμένος με γέφυρες. Αλλού αραιότερα και αλλού πυκνότερα. Γέφυρες για αυτοκίνητα, γέφυρες για φορτηγά, γέφυρες για τραίνα, για μηχανάκια, για ποδήλατα, για πεζούς. Οι γέφυρες που βρίσκονται στο χώρο του πάρκου είναι οι περισσότερες για πεζούς, μερικές για ποδήλατα και λίγες για μηχανάκια. Όχι, όμως, για βενζινοκίνητα μηχανάκια – για ηλεκτροκίνητα.
Η πόλη μας πειραματίζεται σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Και στο μεγάλο μας πάρκο πραγματοποιούν – με μεγάλη επιτυχία, όπως λένε περήφανα – ένα πιλοτικό πρόγραμμα χρήσης αιολικής και ηλιακής ενέργειας.
Μόνο οι φύλακες του πάρκου επιτρέπεται να κυκλοφορούν με μηχανάκια. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί πρέπει να ολοκληρώνουν τη διαδρομή της περιπολίας τους σε συγκεκριμένο χρόνο. Πρέπει, επίσης, να είναι ικανοί να τρέξουν και να φτάσουν εγκαίρως αν κάπου υπάρξει ανάγκη. Κάθε φύλακας, μόλις ολοκληρώσει το ωράριό του, παρκάρει το μηχανάκι στους ειδικούς χώρους στάθμευσης στα όρια του πάρκου και το βάζει στην πρίζα, ώστε να είναι έτοιμο για την επόμενη βάρδια.
Όλη η ηλεκτρική ενέργεια που είναι απαραίτητη για τις ανάγκες του πάρκου προέρχεται από τον άνεμο και τον ήλιο. Στις ψηλότερες θέσεις των δίδυμων λόφων απλώνονται το αιολικό και το ηλιακό πάρκο. Στις λοφογραμμές υψώνονται οι μύλοι που μαζεύουν τη δύναμη του ανέμου και στις νότιες πλαγιές οι πλάκες που συγκεντρώνουν τη δύναμη του ήλιου.
Αυτά μας εξηγούσαν και μας έδειχναν ο κύριος Ευκάλυπτος και η κυρία Λεύκα και τα παιδιά ανυπομονούσαν ‘πότε θα φτάσει ο κύριος Αυγερινός;’ γιατί στον άλλο λόφο ‘ήταν η ωραιότερη παιδική χαρά του κόσμου!’ Έφτασε, λοιπόν, έγιναν οι συστάσεις και τα παιδιά τους παρακάλεσαν να βιαστούν.
Ωστόσο, καθώς ανεβαίναμε τη γέφυρα, το βήμα τους επιβράδυνε. Ένα θαύμα συμβαίνει εδώ. Ο ποταμός τρέχει βιαστικός. Τα νερά είναι διάφανα, λαμπερά και χρωματιστά. Τα χρώματα τρέχουν. Τρέχουν κι αλλάζουν στη διαδρομή. Και τα σχήματα, επίσης. Τα σχήματα απ’ τους καθρεφτισμούς. Ό,τι βλέπει γύρω του ο ποταμός το καθρεφτίζει. Έπαιρναν τους καθρεφτισμούς μας τα νερά και κάλπαζαν για τη θάλασσα.
Εμείς πηγαίναμε ανατολικά και ο ήλιος πήγαινε να πλαγιάσει. Οι σκιές μας περπατούσαν μπροστά. Τότε πρέπει να ήταν που σκέφτηκα για πρώτη φορά πόσο ψηλός ήταν ο κύριος Αυγερινός. Αφού, ενώ ερχόταν τελευταίος, η σκιά του βάδιζε πρώτη.
Και, να, άρχισαν ν’ ακούγονται οι φωνές τους. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι τα παιδιά μπορούν να κάνουν τόση φασαρία όταν βρίσκονται όλα μαζί. Τα ψηλά δέντρα σχηματίζουν έναν μεγάλο κύκλο εκεί και κάτω από τη σκιά τους, μέσα στο τεράστιο πλάτωμα, κούνιες και τραμπάλες και κρεμαστά σπιτάκια κι ανεμόσκαλες και παιδιά, πολλά παιδιά, μικρότερα και μεγαλύτερα – και οι φωνές τους.

Friday

οι πρώτοι φίλοι

Εξουθενώθηκα. Αλλά μετά από έναν ολιγόωρο μεσημεριανό υπνάκο, είχα μεγάλη όρεξη για βόλτα. Πόσα πράγματα λοιπόν έχει να μάθει ένα μαγικό μολύβι. Δεν είχα ιδέα ότι και οι άνθρωποι κοιμούνται τα μεσημέρια. Και τα καναρίνια, από τα κλουβιά τους, κελαηδούν χαρούμενες τρίλιες. Ώστε γι’ αυτό η κυρία Αίγλη αφήνει το κατάστημά της κάθε μεσημέρι: πηγαίνει στο σπίτι και ξεκουράζεται. Άραγε έχει καναρίνι στο μπαλκόνι της η κυρία Αίγλη;
Η Αυγή με τοποθέτησε στο διάφανο εξωτερικό τσεπάκι μιας μικρής τσάντας που τύλιξε γύρω από τη μέση της – αυτή από τότε ήταν η θέση μου, στόλιζα το τσαντάκι και έβλεπα τα πάντα – και ξεκινήσαμε.
Ο κύριος Αυγερινός δεν ήταν μαζί μας. Είχε ξεκινήσει λίγο νωρίτερα για να περάσει πρώτα από ένα σπίτι όπου κάποιο μικρό παιδί ήταν άρρωστο. “Δεν είναι τίποτα σοβαρό,” είχε πει πριν φύγει. “Μια ελαφριά ενοχλητική γρίπη. Από αυτές που κρατούν τα παιδιά για λίγο μακριά απ’ το παιχνίδι. Αλλά το να είναι ένα μικρό παιδί άρρωστο είναι ένα σοβαρό γεγονός. Και ο γιατρός σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αμελεί να το επισκεφτεί, όπως του έχει υποσχεθεί. Θα σας συναντήσω αργότερα στο πάρκο.”
Περπατήσαμε μερικά τετράγωνα πλάι σε σπίτια με μικρούς όμορφους κήπους και βρεθήκαμε σε μια στρογγυλή πλατεία. Στη μέση ανάβλυζε νερό από ένα περίτεχνο γλυπτό σιντριβάνι, που παρίστανε έναν ανθισμένο κρίνο στη γλάστρα του. Από καθένα από τα λευκά μαρμαρένια άνθη ξεπηδούσε μια παχιά δέσμη δροσερό κελαριστό νερό, έλουζε τα φύλλα από πράσινο μάρμαρο κι έπεφτε σε μικρές κλωστές μέσα στη λίμνη και ξάφνιαζε τα μικρά πολύχρωμα ψάρια που κολυμπούσαν εκεί.
Κόσμος καθόταν, σε ψάθινες καρέκλες, γύρω από στρογγυλά διάφανα τραπεζάκια, κάτω απ’ τις τέντες. Ποτήρια, πολλά ποτήρια, τα τραπεζάκια ήταν γεμάτα ποτήρια. Η κυρία Ανατολή κοίταξε διακριτικά γύρω και να, σήκωσε το χέρι και χαιρέτησε κάποιον. Ένας κύριος σηκώθηκε από ένα τραπεζάκι πιο κει και έγνεψε να πλησιάσουμε. Συνάδελφος δάσκαλος, έμαθα καθώς γίνονταν οι συστάσεις.
Η γυναίκα του, που είναι ζωγράφος, άνοιξε μια πολύ ζωηρή συζήτηση, με την κυρία Ανατολή που αγαπά τη ζωγραφική και κάνει ωραία σχέδια και σκίτσα. Πριν προλάβουμε εγώ και η Αυγή να βαρεθούμε, επιτέλους, δυο παιδιά πλησίασαν χαρούμενα και άνοιξαν μια χάρτινη σακούλα – αχ, από της κυρίας Αίγλης – κι έβγαλαν ένα μπλοκ ζωγραφικής και τα χρώματα που είχαν διαλέξει και τα έδειχναν στους γονείς τους.
Νομίζω ότι για πρώτη φορά συγκινήθηκα, εκείνο το απόγευμα. Είχα ακούσει πολλά για τη συγκίνηση. Δεν είχα καταλάβει, ωστόσο, ότι μπορούσε να είναι γλυκιά και πικρή μαζί.
“Ωραίο στολίδι,” είπε το μικρό κορίτσι. Αναρωτήθηκα μήπως η συγκίνησή μου με πρόδωσε και το παρακίνησε να με κοιτάξει. “Βλέπεις μαμά; Ένα ασημένιο φύλλο!”
“Μα αυτό είναι το γκρι μολύβι από τα περισσεύματα της κυρίας Αίγλης,” βιάστηκε να παρατηρήσει το αγόρι. “Δε θα σου φανεί καθόλου χρήσιμο.”
“Δεν πειράζει,” με υποστήριξε ευγενικά η Αυγή. “Ταιριάζει στο τσαντάκι μου να το στολίζει. Και το έχω φίλο.”
Αμέσως τα δυο παιδιά, πήραν τις καρέκλες τους που ήταν ανάμεσα στους γονείς τους και τις έσυραν πλάι στην Αυγή, αφού ζήτησαν από τους μεγάλους να μετακινηθούν λίγο. Της υποσχέθηκαν τη φιλία τους πολύ ζεστά και σίγουρα. “Είναι μεγάλη μας τιμή να είμαστε οι πρώτοι σου φίλοι στην πόλη,” της είπαν με ενθουσιασμό. Και τη διαβεβαίωσαν ότι πολύ σύντομα θα είχε τόσους πολλούς φίλους, που ούτε το είχε φανταστεί.

Thursday

αυστηρή καλοσύνη

Έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι θέλω να κοιμηθώ. Δε θυμάμαι να είχα σκεφτεί ποτέ πριν κάτι τέτοιο. Κοιμόμουν πάντα όταν όλα τα πράγματα γύρω είχαν αποκοιμηθεί και δεν είχε τίποτα ν’ ασχοληθώ. Αλλά, βλέπετε, ήταν η πρώτη φορά που είχα εργαστεί και είχα κουραστεί. Η Αυγή με έβαλε πάλι στο αυλάκι του γραφείου της. Ήταν κι άλλα μολύβια εκεί. Μα με πήρε ο ύπνος τόσο γρήγορα και αναπάντεχα που ούτε καληνύχτα δεν τους είπα.
Το πρωί με περίμεναν να ξυπνήσω πριν αρχίσουν τη φλυαρία τους. Αυτό ήταν πολύ ευγενικό από μέρους τους και τα ευχαρίστησα με όλη μου την καρδιά. Είναι, στ’ αλήθεια, πολύ διαφορετικό να ξυπνάς μέσα στη στοργική ησυχία ενός σπιτικού. Και, μάλιστα, να σε κάνουν όλοι να νιώθεις τόσο καλόδεχτος.
Ήταν, λέει, η ευχή της Αυγής να αποκτήσει ένα μαγικό μολύβι. Το ευχόταν από πολύ μικρή, θυμόταν το πρώτο της μολύβι που ήταν τώρα πια τόσο δα μικρούτσικο που δεν μπορούσες να το κρατήσεις όρθιο στο χέρι σου για να γράψεις και καθόταν ήσυχα στην άκρη.
“Αγαπάει πολύ τα μολύβια η Αυγή μας. Εμένα πια θα έπρεπε από καιρό να μ’ έχει πετάξει, έτσι που είμαι τόσα χρόνια τώρα άχρηστο.” Αυτά κατάφερα καθαρά ν’ ακούσω από την αδύναμη φωνή του πρώτου μολυβιού που είχε οριστικά μικρύνει. Γιατί όλα είχαν κάτι να μου πουν και μιλούσαν με πάθος και τα λόγια του ενός κάλυπταν τα λόγια του άλλου.
Μα, εμένα κάτι πρέπει να με βασάνιζε μέσα μου, γιατί παρόλη τη χαρά κάπως ένιωθα παράξενα, στενάχωρα, σαν μια απάντηση να γύρευα. Και ποια ακριβώς ήταν η ερώτηση; Α, ναι: πώς γίνεται να είμαι ένα μαγικό μολύβι και να μην ξέρω τα γράμματα και τις λέξεις και τις προτάσεις και τόσα άλλα πράγματα;
“Εγώ λέω να μείνω σπίτι. Πρέπει ν’ αρχίσω να διαβάζω πάλι, δεν πρέπει;” είπε η Αυγή στους γονείς της καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι της κουζίνας, όπου έπαιρναν όλοι μαζί το πρωινό τους γεύμα.
“Πρέπει να παίζεις, επίσης. Τα παιδιά πρέπει να παίζουν όσο περισσότερο γίνεται,” είπε με αυστηρή καλοσύνη η κυρία Ανατολή. “Πέρασες όλο το απόγευμα χτες στο δωμάτιό σου. Θα πρέπει να βγούμε να γνωρίσουμε τους ανθρώπους εδώ, να κάνεις καινούργιους φίλους. Δεν είναι σωστό ούτε ευχάριστο να ζούμε απομονωμένοι. Ωστόσο, επειδή έχω κι εγώ κάποιες δουλειές να κάνω μέσα στο πρωινό, θα σε αφήσω να διαβάσεις, αφού το θέλεις. Και θα πάμε το απόγευμα όλοι μαζί στην πλατεία, στο πάρκο και στην παιδική χαρά.”
Η Αυγή ήρθε στο δωμάτιό της, προσπέρασε το γραφείο δίχως να μου δώσει την παραμικρή σημασία, πήγε προς τον πλαϊνό τοίχο, που ήταν γεμάτος ως επάνω με βιβλία τοποθετημένα σε ξύλινα χρωματιστά ράφια, κοίταξε αυτά, κοίταξε εκείνα, σαν κάτι να έψαχνε, στάθηκε στο πορτοκαλί ράφι και άρχισε να τραβάει κάποια βιβλία λίγο πιο έξω, να τα εξετάζει και να τα βάζει πάλι στη θέση τους. Τελικά, “α, εσένα χρειάζομαι σήμερα,” είπε, έβγαλε ένα από τα βιβλία και το έφερε στο γραφείο.
“Και τώρα, αγαπημένε μου φίλε, αρχίζουμε μάθημα,” απευθύνθηκε σε μένα. “Αυτό είναι το πρώτο μου αναγνωστικό. Θα σου μάθω όλα όσα ξέρω. Όλα με τη σειρά. Βλέπεις, ένα μαγικό μολύβι δεν κουβαλάει τη γνώση μες στη μολυβένια του ραχοκοκαλιά. Μπορεί όμως να εργαστεί με επιμέλεια και να την αποκτήσει. Άλλα είναι τα πράγματα που κάνουν μαγικό ένα μολύβι.”
Αγωνιούσα να ρωτήσω ποια είναι αυτά τα πράγματα, αλλά άρχιζε το μάθημα. Ήταν ένα συναρπαστικό μάθημα. Αφού, φαντάσου, ήρθε το διάλειμμα και πάλι ξέχασα να ρωτήσω τι είναι αυτό που με κάνει ένα μαγικό μολύβι.
Ώστε, λοιπόν, κάθε ένα από αυτά τα σχήματα ήταν ένα συγκεκριμένο γράμμα. Και είχαμε είκοσι τέσσερα γράμματα όλα κι όλα στην αλφάβητο. Ώστε μερικά συγκεκριμένα γράμματα μαζί έφτιαχναν μια λέξη. Και ήταν τόσοι πολλοί οι συνδυασμοί των γραμμάτων που μπορούσαμε να φτιάχνουμε ένα σωρό λέξεις. Ώστε μερικές συγκεκριμένες λέξεις, που ο συνδυασμός τους απέδιδε κάποιο νόημα, όριζαν μια πρόταση. Και μπορούσαμε να κάνουμε μια πρόταση ακόμα κι από τρεις μόνο λέξεις, αν θέλαμε: υποκείμενο – ρήμα – αντικείμενο.

Wednesday

δεν ξέρω γράμματα

Η Αυγή ήταν πολύ υπομονετική μαζί μου. Κάθισε όλο το απόγευμα ήσυχα στην καρέκλα της μόνο και μόνο για να με κρατά όρθιο ανάμεσα στα δάχτυλά της πάνω από τις σελίδες του τετραδίου. Εγώ έτρεχα πάνω κάτω και γέμιζα τις γραμμές. Στεκόμουν μια στιγμή να ξελαχανιάσω και να ξεκουράσω το χέρι της κι ύστερα βιαζόμουν περισσότερο να γράψω όλα τα υπόλοιπα που είχαν κατέβει από το μυαλό μου.
Όταν γέμισα και την τελευταία γραμμή της τελευταίας σελίδας του πρώτου τετραδίου, με ακούμπησε στο αυλάκι του γραφείου της. Ήμουν πολύ λαχανιασμένο και μου πήρε λίγα λεπτά να βάλω πάλι την αναπνοή μου στο φυσικό της ρυθμό.
Την έβλεπα να ξεφυλλίζει το τετράδιό μου, το πρώτο μου τετράδιο, που το έγραψα ολόκληρο μέσα σ’ ένα απόγευμα και περίμενα με αγωνία να μου πει αν της αρέσει η ιστορία μου. Το έκλεισε, έβαλε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της, που με τους αγκώνες τους πατούσαν πάνω στο τετράδιό μου και με κοίταξε πολύ σοβαρά, σαν να ήταν μεγάλη, ή δασκάλα, ή και τα δύο.
“Θέλεις να μάθεις γράμματα;” με ρώτησε. Άνοιξα το στόμα μου αλλά δεν ήξερα τι να πω. Τι ερώτηση ήταν αυτή; Είχα μόλις γράψει ένα ολόκληρο τετράδιο! “Αν η επιθυμία σου είναι να γράφεις ιστορίες, πρέπει πρώτα να μάθεις τα γράμματα, τις λέξεις, τις προτάσεις,” συνέχισε σοβαρά. “Τα σημεία στίξης και την ορθογραφία, επίσης.”
“Δε σου αρέσει η ιστορία μου;” τόλμησα να ρωτήσω.
“Δεν μπορώ να τη διαβάσω,” μου απάντησε τρυφερά κι ωστόσο εγώ ένιωσα πολύ άσχημα. “Αλλά μπορώ να σου μάθω γραφή και ανάγνωση,” είπε με βεβαιότητα. “Έτσι, θα μπορείς κι εσύ να διαβάζεις τις ιστορίες που γράφουν οι άλλοι. Και μια μέρα θα γράφεις πολύ σωστά και όμορφα και όλα τα παιδιά θ’ αγαπούν να διαβάζουν τις ιστορίες σου.”
Αναστέναξα πολύ βαθιά. Πρώτη φορά άκουγα τον ήχο του αναστεναγμού μου. Δεν ήξερα ότι δεν ξέρω γράμματα. Επίσης, δεν ήξερα πόσο πολύ επιθυμούσα να γράφω ιστορίες που να τις αγαπούν τα παιδιά. Εκείνη τη στιγμή η Αυγή σηκώθηκε, μ’ έβαλε στην τσέπη της, πήρε στα χέρια της το τετράδιό μου, είπε “μαμά, κατεβαίνω ως τη γωνία στην ανακύκλωση” και βγήκαμε από το σπίτι.
Παρατήρησα ότι είχε βραδιάσει. Και είχε βάλει ψύχρα. Έφευγε πια το καλοκαίρι στα σίγουρα. Ήμουν σχεδόν ένα χρόνο σ’ αυτή την πόλη. Ένα χρόνο που τον είχα περάσει στο βιβλιοχαρτοπαιχνιδοπωλείο της κυρίας Αίγλης. Ως που, σήμερα, ήρθε η Αυγή από τη μακρινή της πατρίδα και με πήρε από εκείνο τον πάγκο. Και για πρώτη φορά, μόλις αυτό το μεσημέρι, είχα περπατήσει κάτω απ’ τη λιακάδα του Σεπτέμβρη. Και για πρώτη φορά, μόλις απόψε το βράδυ, είχε διατρέξει τη ραχοκοκαλιά μου αυτό το ρίγος της πρώτης φθινοπωρινής ψύχρας καθώς με χάιδευε η βραδινή αύρα, που μοσχοβολούσε απ’ τους κήπους όλης της γειτονιάς.
Ένας μεγάλος πόνος με συγκλόνισε όταν άκουσα το τετράδιό μου να με αποχαιρετά και να γλιστρά και να πέφτει μέσα στον κάδο ανακύκλωσης χαρτιού.
“Δεν είναι λόγος να λυπάσαι,” είπε η Αυγή με μια φωνή σαν χάδι, που τόσο το είχα ανάγκη. “Τίποτα δεν πάει χαμένο.”
Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι θα είμαστε για πάντα μαζί κι ότι θα ζούσαμε μια συναρπαστική ζωή. Με όλες τις χαρές και με όλες τις λύπες που ανήκουν σε κάθε ζωή. Ήξερα ότι η Αυγή είχε έρθει στη ζωή μου για να με διδάξει ανάγνωση και γραφή. Πράγματα που ήταν απολύτως απαραίτητα για να πραγματοποιήσω την επιθυμία και τον προορισμό μου: να γράφω ιστορίες που να κάνουν τα παιδιά ευτυχισμένα.
Ωστόσο, πρέπει να σας εξομολογηθώ, χρειάστηκε ν’ αποχαιρετήσω μερικά ακόμα τετράδια, πάντα με τον ίδιο μεγάλο και συγκλονιστικό πόνο, παραγεμισμένα με ορνιθοσκαλίσματα και ασυναρτησίες, σ’ εκείνη τη γωνία της ανακύκλωσης, ως να μάθω να γράφω σωστά και ωραία τις ιστορίες μου.